Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2008

Είμαι κεφάτη... Ψωνίζω στη λαϊκή

Τετάρτη σήμερα, και όπως κάθε Τετάρτη έχουμε λαϊκή. Τι χαρά, τι χαρά! Διότι πρέπει να ξεκινήσω πουρνό-πουρνό (με τον φραπέ ανά χείρας) για να ψωνίσω για τον αγαπημένο μου ντάντη (έχει αρθριτικά και αποφεύγει τις μετακινήσεις πεζή). Ξεκινάω λοιπόν και στον δρόμο συναντώ θαλλερούς ηλικιωμένους να σπεύδουν (μα τόση βιασύνη πρωινιάτικα; Εκεί θα είναι η λαϊκή, δεν φεύγει), σέρνοντας τα καρότσια τους. Το κυρίαρχο μοντέλο καροτσιού είναι το γνωστό μεταλλικό-συλλεκτικής αξίας πλέον. Ενώ έχουν κάνει την εμφάνισή τους και πιο trendy εκδοχές, με καλύμματα υφασμάτινα, καρώ συνήθως (τρέμε Burberry), οι κάτοχοι των οποίων έχουν ξεφύγει από το dress-code της λαϊκής: εμπριμέ ρόμπα, ακαθορίστου σκούρου χρώματος, πασουμάκι χωστό, απαρεγκλίτως μαύρου χρώματος, δείχνοντας σαφή προτίμηση σε φούστα-μπλούζα ή -στις τολμηρότερες των περιπτώσεων- σε παντελόνι-μπλούζα/πουκαμίσα. Και τέλος πάντων φτάνω κάποια στιγμή. Και εκεί πρέπει να ανοίξω δρόμο ανάμεσα σε καρότσια που έχουν σταθμεύσει εν μέση οδώ, γιατί η κυρά-Καλλιόπη με την κυρά-Λίτσα και την κυρά-Παναγιώτα αποφάσισαν πως εκεί είναι το κατάλληλο μέρος για να στήσουν ένα πρόχειρο πηγαδάκι, όπου σχολιάζουν από τις τιμές της λαϊκής (τσ, τσ, φωτιά τα φασολάκια σήμερα) μέχρι το πόσο στριμμένος είναι ο παθολόγος του ΙΚΑ (καλός γιατρός ο Ιατρόπουλος, αλλά στριμάδι σκέτο βρε παιδί μου). Και εγώ να βιάζομαι, γιατί πρέπει να φέρω τα ψώνια στον μπαμπά και μετά να πάω (ιδρωμένη πλέον) στη δουλειά. Οπότε επιστρατεύω όση διάθεση για χιούμο έχω πρωί πρωί και τους λέω: - Κορίτσια, μπιπ μπιπ, κάντε λίγο στην άκρη, θα σας κόψω κλήση. Και τους σκάω κι ένα πλατύ χαμόγελο, από τα γιορτινά. Και εκείνες, αφού ξεπεράσουν το αρχικό ξάφνιασμα (τι είναι τούτο δω;), μου ανταποδίδουν το χαμόγελο και στριμώχνονται κοντά στον πάγκο του μανάβη με τα μαρούλια Θήβας (με τον μολυσμένο Ασωπό τι γίνεται;). Στέκομαι σε έναν πάγκο και ψωνίζω φασολάκια, δίπλα μου ένας παππούς διαλέγει ντοματούλες, ενώ το αγουροξυπνημένο αχτένιστο εγγονάκι του, που κάθεται στο καρότσι (το παιδικό) έχει λυσσάξει στο κλάμα. - Σώπα Στελλάκη μου, έλα φεύγουμε τώρα. Αλλά αυτό απτόητο, προπονείται για τη Λυρική βγάζοντας εκκωφαντικές κορόνες. - Έλα ζύγισέ μου γρήγορα τις ντομάτες, λέει ο παππούς στον μανάβη, για να κρεμάσει και τη σακουλάρα αυτή μαζί με τις άλλες στα χερούλια του καροτσιού - δύο σε ένα. Και το χόρτο κουβαλώ και το παιδί βολτάρω. Και προχωράω σε άλλον πάγκο λίγο παρακάτω να πάρω πράσα, γιατί ο μπαμπάς διάβασε κάπου μια καλή συνταγή για πράσο. Συμπαθητική φάτσα ο μανάβης, γύρω στα σαράντα. Σχεδόν νόστιμος. Ευγενέστατη, του ζητώ πέντε-έξι πράσα, για να εισπράξω την ερώτηση: - Τι νουμεράκι θέλει η κυρία, το ένα, το δύο, το τρίο (όχι το τρίο καρώ). Αφού ξεπεράσω το σοκ και με το νούμερο και με το... τρίο (άλλο το τρίο Καντσόνε), γελώντας του πετάω: - Καλά, κιλότες είναι τα πράσα να έχουν και τα πράσα νούμερα; Δηλαδή small, medium, large; Γέλια, γέλια, γέλια και από τον μανάβη και απ' όσους ψωνίζουν στον πάγκο. Και το γέλιο αυτό με απελευθερώνει (λες να έκαναν πάρτι οι ενδορφίνες την ιερή στιγμή της αγοράς του πράσου;) πραγματικά, μου ανεβάζει τη διάθεση (αν είναι να φτιάχνει η διάθεσή μου έτσι, να πηγαίνω και τα Σάββατα στη λαϊκή βρε παιδί να φτιάχνω καινούργιο συκωτι). Ψωνίζω ακόμα μερικά πράγματα και παίρνω τον δρόμο της επιστροφής, ευτυχισμένη που ολοκλήρωσα την αποστολή: πηγαίνω-στη-λαϊκή-να-ψωνίσω-για-τον-μπαμπά. Δεν θέλω λοιπόν από δω και πέρα να ακούω για μελαγχολίες και πεσμένες διαθέσεις. Μια βόλτα στη λαϊκή δίνει κέφι στην ψυχή, βιταμίνες στο κορμί... Και με αυτόν τον εμπνευσμένο στίχο σας αποχαιρετώ για σήμερα

1 σχόλιο:

L' Aesthete Soleil είπε...

Λοιπο΄ν τον κύριο με τα πράσα τον ξέρω κι εγώ. Εγώ δεν έβλεπα τα φύλλα (τα είχε καλυμμένα με κάτι άλλα χορταρικά) και τον ρώτησα εάν είναι πράσα και μου απάντησε: "Πάππου προς πάππου. Από μπαμπά πράσο και μαμά πράσο"!!!