Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2008

Καλή εβδομάδα κι ας έχει κρύο και χάθηκε η λιακάδα

Άλλο ένα μοναχικό και θλιμμένο σαββατοκύριακο πέρασε. Νόμιζα πως το facebook θα ήταν μια κάποια λύσις στη μοναξιά μου, αλλά πλανήθηκα οικτρώς. Ίσως ταιριάζει σε μικρότερες ηλικίες.Τι με νοιάζει αν ο τάδε μου έστειλε ένα εικονικό γλυκό! Θέλω από σήμερα να αρχίσω να προσέχω περισσότερο εμένα, να κάνω διάδρομο και το απόγευμα και να κάνω κάτι να προσπαθήσω να μη στενοχωριέμαι τόσο πολύ. Βαλαντώνω στο κλάμα κάθε μέρα. Πρωί στο σπίτι, κατά τη διάρκεια της ημέρας στη δουλειά (όταν δεν έχω δουλειά και σκέφτομαι διάφορα), αλλά περισσότερο όταν επιστρέφω σπίτι. Πολλή μοναξιά, και καθώς κάνω απολογισμό της ζωής μου πολλή απογοήτευση. Και μια μικρούλα αχτίδα φωτός (έστω και δανεική και όχι απλόχερα δοσμένη) που είχα στη ζωή μου, πάει κι αυτή. Αλλά ας μη μιζεριάσω άλλο. Είναι Δευτέρα, επιτέλους λίγο κρυάκι, ξεκινά μια καινούργια εβδομάδα, έρχονται γιορτές... Παρά την απογοήτευσή μου για τα πράγματα που δεν πραγματοποιήθηκαν, στο βάθος νιώθω αισιοδοξία και ελπίδα. Και προσεύχομαι για καλύτερες μέρες. Με βοηθάει πολύ η προσευχή. Μου δίνει κουράγιο και ελπίδα.

Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2008

Αισιοδοξία, άγγελέ μου

Όσο κι αν στενοχωριέμαι για διάφορα πράγματα, όσο και αν με θλίβουν κάποιες καταστάσεις (που μοιάζουν αδιέξοδες), όσο κι αν όλα αυτά μεγεθύνονται όταν επιστρέφω σπίτι μετά τη δουλειά, ωστόσο το πρωί - κάθε πρωί αισιοδοξώ. Ξυπνάω νωρίς. Αρχικά μέσα στη θολούρα του μισοξύπνιου ορμάνε πάνω μου οι σκέψεις και τα γεγονότα. Όλα μαζί, και ο επανερχόμενος σκεπτικισμός για τις λάθος επιλογές στη ζωή μας. Α, λέω, στον εαυτό μου, για σήκω απ' το κρεβάτι και όρμα στον διάδρομο και άσς τις κλαούρες. Και έτσι γίνεται. Βάζω δυνατά μουσική (καλά όχι και να ξεκουφάνω τους λατρευτούς μου γείτονες), ΚissFM συνήθως, και αρχίζω το περπάτημα. Κάνω γύρω στη μία ώρα. Και όσο κάνω, οι αρνητικές σκέψεις εξανεμίζονται και φεύγουν μακριά. Το μυαλό μου συγκεντρώνεται στο περπάτημα και τη μουσική που ακούω (παίζουν φαντάζομαι και τον ρόλο τους οι ενδορφίνες) και σιγά-σιγά τα πράγματα νομίζω ότι παίρνουν τις πραγματικές τους διαστάσεις, μου φαίνονται πιο αντιμετωπίσιμα, λιγότερο τραγικά. Τότε πραγματικά νιώθω κοντά μου, τον φύλακα-άγγελό μου, την Αισιοδοξία. Και αν και έχω συμπληρώσει τη μια ώρα γρήγορου βαδίσματος, πιέζω τον εαυτό μου να κάνει λίγο ακόμα. Παίρνω έτσι θάρρος, και λέω θα την παλέψεις και σήμερα. Και τότε με κατακλύζει ένα πλούσιο συναίσθημα ευφορίας, που διώχνει κάθε μαυρίλα. Όταν κατεβαίνω από τον διάδρομο, είμαι καταϊδρωμένη, αλλά ευχαριστημένη.
Σήμερα πήρα μιαν απόφαση και θέλω να μείνω πιστή σε αυτή και να την τηρήσω (δεν είμαι και πολύ σταθερός χαρακτήρας είναι αλήθεια). Και αυτό θα το κάνω επειδή δεν θέλω να πικραίνομαι καθημερινά από αδιέξοδες καταστάσεις, που δεν μου προσφέρουν τίποτα. Αποφάσισα να δω τα πράγματα όπως είναι και όχι μέσα από μαγικούς καθρέφτες και εξιδανικευμένα. Και κυρίως να ζήσω τη δική μου ζωή και όχι στη σκιά της ζωής των άλλων.

Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2008

Σήμερα 1 Νοεμβρίου 2008 συμπληρώνονται δύο χρόνια από τον θάνατο της μητέρας μου. Πιστεύω πως τα αγαπημένα μας πρόσωπα, ακόμα και εν απουσία ζωής, ζουν μέσα μας. Κι εγώ την κουβαλάω μέσα μου τη μητέρα μου, με την οποία ποτέ δεν είχα πάρα πολύ στενές σχέσεις, ωστόσο τώρ που χάθηκε συνειδητοποίησα ότι την αγαπούσα. Νιώθω ορφανή πραγματικά. Πιστεύω πως μόνο σαν χάνει κάποιος τη μάνα του νιώθει ορφάνια. Θα πάμε κάποιοι λίγοι συγγενείς στο νεκροταφείο. Δεν ήθελα αρχικώς. Νιώθω άβολα σε τέτοιες περιστάσεις. Κυρίως δεν αντέχω τα σχόλια συγγενών, που είναι εξαφανισμένοι όλο τον υπόλοιπο καιρό. Αποφάσισα τελικά να πάω όμως. Να μην αφήσω μόνο τον πατέρα και τον αδελφό μου. Δυστυχώς, ο σύζυγός μου δουλεύει και σήμερα και δεν θα μπορέσει να με συνοδεύσει.Αν και το πρωί ξύπνησα κακόκεφη και προβληματισμένη, στην πορεία συνήλθα. Περπάτησα για περίπου 1 ώρα στον διάδρομό μου και μετά βγήκα έξω και αγόρασα ένα παντελόνι και μία μπλούζα. Ένιωσα καλύτερα. Ελπίζω όλα να κυλήσουν ομαλά γιατί ο 75χρονος ντάντη είναι νευρικός και φωνακλάς και αρπάζεται με το παραμικρό.Τόσο χρόνών είμαι, έχω σπουδάσει, παντρεύτηκα και δεν είμαι έγκυρη για εκείνον. Φεύγω.

Παρασκευή 31 Οκτωβρίου 2008

Αδιόρθωτη ανεργία

Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2008

Επιτέλους ξημέρωσε. Είχα μεγάλη ανάγκη να γράψω για αυτό που με απασχολεί περισσότερο αυτόν τον καιρό. Το φάντασμα της ανεργίας. Διότι η εκδοτική εταιρεία στην οποία εργάζομαι ως διορθώτρια δεν πηγαίνει καλά, γεγονός που αποδεικνύεται από τις απολύσεις (πρώτο κύμα τον Ιούλιο, δεύτερο κύμα χθες και έπεται συνέχεια και αν όλα ΔΕΝ πάνε καλά, κλείσιμο τον Φλεβάρη). Προς το παρόν, δεν ήμουν ανάμεσα στους απολυθέντες συναδέλφους. Αργότερα, όμως; Και δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει αυτό. Μέχρι το 2001 τα πράγματα σχετικά με τη δουλειά μου πήγαιναν αρκετά καλά. Από το 1988 έως το 2000 είχα δουλέψει ως διορθώτρια και επιμελήτρια ύλης σε πολλά περιοδικά και εκδοτικούς οίκους. Οι αμοιβές δεν ήσαν ποτέ ιδιαίτερα ικανοποιητικές, με αποτέλεσμα να αλλάζω εργασία (αποχωρώντας οικειοθελώς), αναζητώντας κάτι καλύτερο. Ώσπου το 2000 προσλαμβάνομαι σε μεγάλο εκδοτικό οργανισμό για να εργαστώ ως επιμελήτρια ύλης σε ταξιδιωτικούς οδηγούς. Ο μισθός - τότε- ήταν πολύ καλός, ήτοι 1.100 ευρώ, ενώ άψογο ήταν και το εργασιακό περιβάλλον. Και εκεί ηρέμησα κάπως όσον αφορά την αναζήτηση εργασίας. Ώσπου, κατά τον Νοέμβριο του 2001 αρχίζουν οι... προγραφές του Σύλλα, δηλαδή ομαδικές απολύσεις. Σε μία ημέρα θυμάμαι είχαν απολυθεί καμιά τριανταριά άτομα. Και επειδή η πανίσχυρη εκδοτική εταιρεία είχε υπερβεί το 2% οριζόμενο από τον νόμο ως επιτρεπόμενο όριο απολύσεων, είχε "επιδοτήσει" την απόλυσή μας, δίνοντάς μας διπλή αποζημιώση ούτως ώστε η απόλυσή μας να φανεί ως παραίτηση. Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα εργάστηκα ως επιμελήτρια και πάλι σε εγκυκλοπαίδεια γνωστού εκδοτικού ομίλου. Εκεί έμεινα άφωνη με το εύρος της αμαθείας νεαρών αποφοίτων του τμήματος ΦΠΨ της Φιλοσοφικής που δεν ήξεραν πώς κλίνεται το όρος και ο όρος, για να αναφέρω ένα μόνο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Κάποια στιγμή η "αναβάθμιση" της εγκυκλοπαίδειας ολοκληρώθηκε και βρέθηκα να αναζητώ και πάλι εργασία. Απασχολήθηκα (με "μαύρη" αμοιβή) σε εκδοτική εταιρεία που εδρεύει στη Δάφνη, όπου (μολονότι είχε πάψει η κυκλοφορία της δραχμής ως νομίσματος) η πληρωμή γινόταν με τη λέξη ΜΙΑ ΔΡΑΧΜΗ ΚΑΙ ΕΙΚΟΣΙ ΛΕΠΤΑ Η ΛΕΞΗ ΚΑΙ ΑΝ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΧΡΕΙΑΖΟΤΑΝ ΚΑΙ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ 2 ΔΡΑΧΜΕΣ Η ΛΕΞΗ. Έβγαινε κάποιο ποσό τέλος πάντων και γινόταν η μετατροπή του σε δραχμές. Όμως, για να πάρω τέλος πάντων το ποσό αυτό, που δεν ήταν και μεγάλο (ψίχουλα μεταξύ μας), έπρεπε να περάσουν 15 ημέρες από την έκδοση του εντύπου, που πολλές φορές συνέβαινε να εκδοθεί μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα από τότε που το είχα διορθώσει. Οπότε παρακαλούσα για να πάρω έστω και τα ελάχιστα αυτά χρήματα. Ακολούθησε ένα διάστημα που εργάστηκα ως διορθώτρια πάλι σε γυναικεία έντυπα εταιρείας εκδοτικής στον Άγιο Δημήτριο. Η αμοιβή 800 ευρώ, ενώ οι υπερωρίες επί μία εβδομάδα (κάθε μήνα που έκλεινε το έντυπο, δηλαδή ήταν έτοιμο προς έκδοση) φυσικά απλήρωτες. Το εργασιακό περιβάλλον, το λιγότερο που μπορώ να πω, για να το περιγράψω κομψά, ήταν χάλια μαύρα (από συμπεριφορά συναδέλφων-Βυζάντιο [να βγαίνεις από την πόρτα και να νιώθεις το ακόντιο καρφωμένο στην πλάτη] μέχρι αθυροστομίες εργοδότη - η γκλαμουριά μάς μάρανε και η δηθενιά), για να μην αναφερθώ στη βρωμιά του χώρου και στην ύπαρξη ΜΙΑΣ ΜΟΝΟ ΤΟΥΑΛΕΤΑΣ ΓΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ 25 ΓΥΝΑΙΚΩΝ.Για να πω την αλήθεια, εκεί υπέφερα πραγματικά. Έφυγα τρέχοντας, μόνο ΑΕΡΑ δεν φώναζα. Άρχισα πάλι να ψάχνω για δουλειά με τη Χρυσή Ευκαιρία στο χέρι, όπως κάθε φορά που έψαχνα για δουλειά. Τελικά, βρήκα την τωρινή μου δουλειά εδώ στη Δάφνη που μένω. Ο μισθός πάλι 800 ευρώ για να διορθώνω αρχικά δύο έντυπα εβδομαδιαία. Στη συνέχεια τα έντυπα αυξήθηκαν σε οκτώ. Το εργασιακό περιβάλλον το καλύτερο που είχα ποτέ, πολύ καλά παιδιά οι συνάδελφοι, με χιούμορ και καλή διάθεση. Και η δουλειά είχε τον ρυθμό της. Άλλες ημέρες πανικός, άλλες νηνεμία. Ώσπου από τον Ιούλιο που έγιναν οι πρώτες απολύσεις άρχισαν τα κακά μαντάτα. Οι σελίδες των εντύπων μειώνονταν, προσφάτως έκλεισε ένα νιόβγαλτο περιοδικό της εταιρείας, ενώ επίκεινται και άλλες απολύσεις όπως ανέφερα στην αρχή.
Ειλικρινά, έχω απογοητευτεί πολύ από τον εκδοτικό χώρο και έχω κουραστεί. Όύτε είχα ποτέ "κονέ" και γνωριμίες για να τρουπώσω κάπου και να έχω το κεφαλάκι μου ήσυχο. Ίσως αν είχα πάρει εγκαίρως το πτυχίο μου της Φιλοσοφικής στα 4 χρόνια να είχα διοριστεί. Κατά βάθος, όμως, δεν ξέρω εάν ήθελα να ασχοληθώ με την εκπαίδευση. Το επάγγελμα του εκπαιδευτικού το έβλεπα με ιδιαίτερη υπευθυνότητα. Δεν ήθελα να γίνω καθηγήτρια μόνο και μόνο για να είμαι εξασφαλισμένη διά βίου. Κι όμως, αν το είχα κάνει τότε, δεν θα έτρεχα τώρα. Τέλος πάντων, ας μη μελαγχολήσω τώρα. Θα πάω να κάνω διάδρομο κανένα μισάωρο να "ανέβω" ψυχολογικά. Καλημέρα!

Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2008

Λατρεμένοι μου γείτονες... και ο κάδος-φάντασμα

Πόσο πολύ μου χαλάει τη διάθεση πρωί πρωί να βλέπω κατσουφιασμένα πρόσωπα (όχι νυσταγμένα, ΚΑΤΣΟΥΦΙΑΣΜΕΝΑ) και ξινισμένες μούρες σαν κακοφορμισμένα σπυριά δεν λέγεται. Πρωί είναι, ξημέρωσε μια καινούργια μέρα (εμπρός στον δρόμο που χάραξε η Σκάρλετ, you know "Gone with the wind"), χαμογέλα και λίγο άνθρωπέ μου. Εντάξει, σε καταλαβαίνω έχεις βάσανα, σκοτούρες, οικονομικό πρόβλημα χοντρό (εδώ που τα λέμε βρες μου έναν που να μην έχει και μετά έλα και πες μου. Σήμερα, π.χ. έχω να περάσω τη μέρα με πέντε ευρώ. Και αν δεν μου δώσουν αύριο τα έναντι που ζήτησα από τη δουλειά, κλάφτα και άστα, αλλά η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία), αλλά με το σαγόνι να σαρώνει το ρείθρο θα τα λύσεις; Πες μια καλημέρα στον γείτονά σου (τσάμπα είναι από τα λίγα μαζί με τον αέρα που αναπνέουμε που έχουν μείνει στο τσάμπα), σκάσε λίγο το σφιγμένο χείλι (από το σφίξε σφίξε θα τα καταπιείς καμιά μέρα τα χείλια σου κακομοίρηηηη) και μην είσαι με το που βγαίνεις από την σομόν πολυκατοικία σου με το ζωνάρι λυμένο για καβγά. Ναι, ναι, σ' έχω τσεκάρει από το μπαλκονάκι μου που ποτίζω τα λουλούδια μου, που βγαίνεις σκυφτός, καμπουριαστός σχεδόν και κοιτάς πρώτα πρώτα πάνω κάτω στον δρόμο, με καχύποπτο βλέμμα και την τσαντίλα να σου βγαίνει απ' τα αυτιά. Το βλέμμα του δραγάτη. Τι έγινε ρε παιδιά, μπήκε κανείς στο τσιφλίκι ν' αρπάξει το βιος μας; Άντε κι από καμιά γωνιά θα σκάσει μύτη κι ο Ανέστης Βλάχος με το κουμπούρι να σαπίσει τον εισβολέα. Εν προκειμένω τη γειτόνισσα που θα βγει με ρόμπα και σουρνάμενη παντόφλα να πετάξει (με το γνωστό ακροβατικό στο πεντάλ) τα σκουπίδια στον κάδο. Ναι, γείτονα μουρτζούφλη, κι αυτή την αθώα γραία την κοιτάς με μισό μάτι. Μήπως σ' ενόχλησε ο θόρυβος από το κλείσιμο του καπακιού; Θα κάνω παράπονα στον δήμαρχο να βάζει αθόρυβα καπάκια από δω και στο εξής. Γιατί εσύ, ήσυχο ανθρωπάκι που όλο το σαββατοκύριακο τη βγάζεις στο μπαλκόνι, ήσυχο κι αμίλητο (αλλά σκύβεις όλο περιέργεια προστατευμένο από τη μονίμως κατεβασμένη τέντα να δεις αν διαπιστώσεις ασυνήθιστη κίνηση στο στενό - δεν παίρνεις και καμιά επαναληπτική Μπενέλι να βαράς στο ψαχνό ό,τι κινείται;), ενοχλείσαι όταν σε ΜΗ ΩΡΑ κοινής ησυχίας βάζει κάποιος γείτονας δυνατά τη μουσική - και η μουσική δεν είναι σκυλιά που άδουν αλλά Σεζάρια Εβόρα. Σε ενοχλεί να βλέπεις ζωντανούς και χαρούμενους ανθρώπους γύρω σου. Κι όταν κάποτε υπέπεσα στο ολέθριο σφάλμα να σου πω με χαμόγελο καλημέρα, χάριν της καλής γειτονίας (μια που είσαστε καινούργιοι στην ταπεινή γειτονιά μας και στην λαμπικαρισμένη πολυκατοικία σας με τα μπαλκόνια-γήπεδα), άφησες ένα light μούγκρισμα να το πω, γάβγισμα να το πω, όχι όχι, το βρήκα, άφησες έναν δυσκοίλιο ήχο να υπερσκελίσει το έρκος των (κίτρινων;) οδόντων σου. Παρακολουθείς και παρατηρείς τα πάντα πίσω από το φρούριό σου, έτοιμος ανά πάσα στιγμή να κάνεις παρατήρηση. Σε ενοχλούσε και ο κάδος μπροστά από την πολυκατοικία σου (που νομίμως είναι η θέση του εκεί) και ένα βράδυ (που δεν έβρεχε) έπιασες και τσιμεντάρισες τη θέση (ποιον νομίζεις πως κοροϊδεύεις ρεεεε;) και απομάκρυνες τον κάδο τσουλώντας τον φάτσα κάρτα στο σπίτι που μένουν στοιβαγμένοι πέντε πέντε κάτι έρμοι Ιρακινοί (που ήδη έχουν άλλον έναν μπροστά τους). Νόμιζες πως κανένας δεν σε έβλεπε, αν και κοίταζες κάθε λίγο και λιγάκι με το υφάκι Αρτέμη Μάτσα μπας και σε βλέπει κανένας. Σε έβλεπα εγώ όμως. Δεν είπα τίποτα και ούτε σε έβγαλα φωτογραφία με το κινητό, κάτι που θα μπορούσα κάλλιστα να είχα κάνει εάν ήμουν ρουφιάνα. Αν, όμως, ήσουν εσύ αυτόπτης μάρτυρας σε ανάλογη περίπτωση, το εκατό θα είχες φωνάξει. Ανθρωπάκι, ε ανθρωπάκι, που είσαι έτοιμος να ορμήσεις αν έστω και αν για λίγα λεπτά παρκάρει κάποιος χριστιανός το αμάξι του στην είσοδο της pilotis σου. Κατά τα άλλα σοβαρότης, πνεύμα και ηθική, πνεύμα και ηθική, αλλά τα σ' έχω τσεκάρει που όταν λείπει η συμβία σου παίρνεις το κινητό και το ταράζεις στα μηνύματα. Με το γνωστό ξινοσοβαρό ύφος του ξινοσοβαρού μαλάκα που είσαι. Περαστικά σου, γείτονα...

Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2008

Είμαι κεφάτη... Ψωνίζω στη λαϊκή

Τετάρτη σήμερα, και όπως κάθε Τετάρτη έχουμε λαϊκή. Τι χαρά, τι χαρά! Διότι πρέπει να ξεκινήσω πουρνό-πουρνό (με τον φραπέ ανά χείρας) για να ψωνίσω για τον αγαπημένο μου ντάντη (έχει αρθριτικά και αποφεύγει τις μετακινήσεις πεζή). Ξεκινάω λοιπόν και στον δρόμο συναντώ θαλλερούς ηλικιωμένους να σπεύδουν (μα τόση βιασύνη πρωινιάτικα; Εκεί θα είναι η λαϊκή, δεν φεύγει), σέρνοντας τα καρότσια τους. Το κυρίαρχο μοντέλο καροτσιού είναι το γνωστό μεταλλικό-συλλεκτικής αξίας πλέον. Ενώ έχουν κάνει την εμφάνισή τους και πιο trendy εκδοχές, με καλύμματα υφασμάτινα, καρώ συνήθως (τρέμε Burberry), οι κάτοχοι των οποίων έχουν ξεφύγει από το dress-code της λαϊκής: εμπριμέ ρόμπα, ακαθορίστου σκούρου χρώματος, πασουμάκι χωστό, απαρεγκλίτως μαύρου χρώματος, δείχνοντας σαφή προτίμηση σε φούστα-μπλούζα ή -στις τολμηρότερες των περιπτώσεων- σε παντελόνι-μπλούζα/πουκαμίσα. Και τέλος πάντων φτάνω κάποια στιγμή. Και εκεί πρέπει να ανοίξω δρόμο ανάμεσα σε καρότσια που έχουν σταθμεύσει εν μέση οδώ, γιατί η κυρά-Καλλιόπη με την κυρά-Λίτσα και την κυρά-Παναγιώτα αποφάσισαν πως εκεί είναι το κατάλληλο μέρος για να στήσουν ένα πρόχειρο πηγαδάκι, όπου σχολιάζουν από τις τιμές της λαϊκής (τσ, τσ, φωτιά τα φασολάκια σήμερα) μέχρι το πόσο στριμμένος είναι ο παθολόγος του ΙΚΑ (καλός γιατρός ο Ιατρόπουλος, αλλά στριμάδι σκέτο βρε παιδί μου). Και εγώ να βιάζομαι, γιατί πρέπει να φέρω τα ψώνια στον μπαμπά και μετά να πάω (ιδρωμένη πλέον) στη δουλειά. Οπότε επιστρατεύω όση διάθεση για χιούμο έχω πρωί πρωί και τους λέω: - Κορίτσια, μπιπ μπιπ, κάντε λίγο στην άκρη, θα σας κόψω κλήση. Και τους σκάω κι ένα πλατύ χαμόγελο, από τα γιορτινά. Και εκείνες, αφού ξεπεράσουν το αρχικό ξάφνιασμα (τι είναι τούτο δω;), μου ανταποδίδουν το χαμόγελο και στριμώχνονται κοντά στον πάγκο του μανάβη με τα μαρούλια Θήβας (με τον μολυσμένο Ασωπό τι γίνεται;). Στέκομαι σε έναν πάγκο και ψωνίζω φασολάκια, δίπλα μου ένας παππούς διαλέγει ντοματούλες, ενώ το αγουροξυπνημένο αχτένιστο εγγονάκι του, που κάθεται στο καρότσι (το παιδικό) έχει λυσσάξει στο κλάμα. - Σώπα Στελλάκη μου, έλα φεύγουμε τώρα. Αλλά αυτό απτόητο, προπονείται για τη Λυρική βγάζοντας εκκωφαντικές κορόνες. - Έλα ζύγισέ μου γρήγορα τις ντομάτες, λέει ο παππούς στον μανάβη, για να κρεμάσει και τη σακουλάρα αυτή μαζί με τις άλλες στα χερούλια του καροτσιού - δύο σε ένα. Και το χόρτο κουβαλώ και το παιδί βολτάρω. Και προχωράω σε άλλον πάγκο λίγο παρακάτω να πάρω πράσα, γιατί ο μπαμπάς διάβασε κάπου μια καλή συνταγή για πράσο. Συμπαθητική φάτσα ο μανάβης, γύρω στα σαράντα. Σχεδόν νόστιμος. Ευγενέστατη, του ζητώ πέντε-έξι πράσα, για να εισπράξω την ερώτηση: - Τι νουμεράκι θέλει η κυρία, το ένα, το δύο, το τρίο (όχι το τρίο καρώ). Αφού ξεπεράσω το σοκ και με το νούμερο και με το... τρίο (άλλο το τρίο Καντσόνε), γελώντας του πετάω: - Καλά, κιλότες είναι τα πράσα να έχουν και τα πράσα νούμερα; Δηλαδή small, medium, large; Γέλια, γέλια, γέλια και από τον μανάβη και απ' όσους ψωνίζουν στον πάγκο. Και το γέλιο αυτό με απελευθερώνει (λες να έκαναν πάρτι οι ενδορφίνες την ιερή στιγμή της αγοράς του πράσου;) πραγματικά, μου ανεβάζει τη διάθεση (αν είναι να φτιάχνει η διάθεσή μου έτσι, να πηγαίνω και τα Σάββατα στη λαϊκή βρε παιδί να φτιάχνω καινούργιο συκωτι). Ψωνίζω ακόμα μερικά πράγματα και παίρνω τον δρόμο της επιστροφής, ευτυχισμένη που ολοκλήρωσα την αποστολή: πηγαίνω-στη-λαϊκή-να-ψωνίσω-για-τον-μπαμπά. Δεν θέλω λοιπόν από δω και πέρα να ακούω για μελαγχολίες και πεσμένες διαθέσεις. Μια βόλτα στη λαϊκή δίνει κέφι στην ψυχή, βιταμίνες στο κορμί... Και με αυτόν τον εμπνευσμένο στίχο σας αποχαιρετώ για σήμερα

Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2008

Όλα στο μυαλό μας είναι, τελικά...

Πέρασε άλλο ένα μοναχικό σαββατοκύριακο, με τις συνήθεις ασχολίες: ψώνια, οικιακές εργασίες, διάβασμα (αυτήν την εποχή διαβάζω το Εγχειρίδιο βλακείας του Δ. Χαριτόπουλου - το βρίσκωαρκούντως ενδιαφέρον), και περίπατο ανά τας ρύμας της Δάφνης. Τον δήμο Δάφνης ελάχιστοι γνώριζαν (πλην των κατοίκων του) πριν γίνει το Μετρό. Για να προσδιορίσω μάλιστα παλαιότερα κατά πού πέφτει έλεγα κοντά στη Λ. Βουλιαγμένης, πριν από το Ελληνικό (αρκετά πριν για να πούμε την αλήθεια). Χθες, Κυριακή λοιπόν, έκανα μια βόλτα κατά την προσφιλή μου συνήθεια. Πέρασα από την Πλατεία Δημαρχείου κατά τις δέκα παρά, πριν σχολάσει η εκκλησία. Ερημιά, και πάλι ερημιά. Όταν αργότερα σχόλασε η εκκλησία, πλημμύρισαν οι δρόμοι με το εκκλησίασμα. Κυρίως γυναίκες ηλικιωμένες, με κομοδινί μαλλί και σκουρόχρωμα ταγεράκια και το αντίδωρο ανά χείρας ή το σακουλάκι με τα κόλυβα από κάποιο μνημόσυνο, που πιάνουν λαλίστατες οι αφιλότιμες το κους κους εν μέση οδώ. Τις Κυριακές και τις εορτές η Δάφνη που δίνει την αίσθηση του χωριού. Σχεδόν όλοι (οι παλιοί κάτοικοι) γνωρίζονται και κουτσομπολεύονται μεταξύ τους. Μιζέρια. Και μετά, ως διά μαγείας ,το πλήθος εξαφανίζεται. Είναι η ώρα της ετοιμασίας του κυριακάτικου ψητού στον φούρνο με πατάτες. Τα καφενεία κλασικά γεμάτα από άντρες, ηλικιωμένους στην πλειοψηφία τους, που επιδίδονται με ζήλο στο ευγενές άθλημα της πρέφας. Και αρκετός κόσμος στα προποτζίδικα, ημεδαπός και αλλοδαπός, να κυνηγάει την τύχη του απεγνωσμένα. Και οι γείτονες της απέναντι από το σπίτι μου κρεμασμένοι στα μπαλκόνια από πρωίας, να παρακολουθούν ως άλλοι Κλουζώ τα τεκταινόμενα στο περίφημο στενό. Με τις μούρες ξινισμένες, ετοιμοπόλεμοι για καυγά... Το φρούτο αυτό ευδοκιμεί στις νεόχτιστες πολυκατοικίες, όλα σχεδόν τα παλιά σπίτια έχουν δοθεί αντιπαροχή, που οικοδομήθηκαν μετά το Μετρό. Και μένουμε εμείς οι παλιοί γείτονες, οι αυτόχθονες, να καλημεριζόμαστε μεταξύ μας. Γιατί οι άλλοι, αν τολμήσεις να τους πεις καλημέρα, μπορεί και να σε βρίσουν. Την έχω βαρεθεί αυτή τη συνοικία. Με πνίγει. Νομίζω ότι ζω σε γειτονιά του '50. Αλλά εδώ είναι το σπίτι μου, τι να κάνω. Θα τους υποστώ τους στριτζωμένους, που όλα τα παρακολουθούν.